Σήμα Facebook

ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΚΙΑΦΗΣ | κινητο 6907471738


ΚΑΛΩΣ ΗΡΘΑΤΕ ΣΤΗΝ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ ΑΠΟ ΠΟΡΟ ΚΕΦΑΛΟΝΙΑΣ

ΚΑΛΩΣ ΗΡΘΑΤΕ ΣΤΗΝ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ ΑΠΟ ΠΟΡΟ ΚΕΦΑΛΟΝΙΑΣ
POROSNEWS

ΑΚΤΟΠΛΟΙΚΑ ΔΡΟΜΟΛΟΓΙΑ

ΑΚΤΟΠΛΟΙΚΑ ΔΡΟΜΟΛΟΓΙΑ

Δευτέρα, 31 Αυγούστου 2015

Συνδυασμός χωρίς όνομα – Ρετσέτα


Η αφεντιά μου ο Μεμάς ο Μπρατσέτος, εψές οπού αριβάρισα για να φέρω τσι γίδες μου, οπού εβόσκανε στο χαλέπεδο του Τραγάκη του Τσίμπιδου, εκούντρισα απά σε ένα πατερό οπού ‘χε μείνει έρμο από τσους σεισμούς του 53 και είδα τον ουρανό σφοντύλι.  Σα να μου ήρτε κατακέφαλα ούλος ο λόφος των Άη Φανέντωνε, εφώτισε ούλος ο τόπος και παρουσιάστηκε ομπρός μου μια σκιά που σιγά σιγά εγένηκε άθρωπος. Τι άθρωπος, τέρας ήτανε. Μα τη Μπαναγία, σας λέω, ελάμπαξα, το κοτσίδι μου επετάχτηκε τ’αψήλου και οι δυο γίδες μου εμπελάζανε ωσάν εκειό το δαιμονικό οπού είχε βγει πρόπερσι πέρα στη Λάκκα  και εκυνήγαε το νόνο μου τον Ασημάκη τον Λέπουρα.
«Ωρέ, μαγαρισμένε», μου ελάλησε ευκειός που είχε ένα κεφάλι σα γκολοκύθα, με δυο χαυλιόδοντες οπού εβγαίνανε από τον γκαταπιώνα του, ο ένας ήτανε μαύρος, «ωρέ, δεούτελε!»
Χεσμένος από το φόβο μου, εσουρούπωνε κιόλας, τόρμησα να τσάξω: «Τι θέλετε, κύριε;»

«Βγάλε το σκασμό ωρέ δεούτελε, άφησε στην άκρη τσι τσιριμόνιες και τσι τζετζιλιτές και άκουμε»:
Επήρα θάρρος και του απάντησα: «Σας ακούω».
«Ωρέ, κουγιάμπαλο θα με αφήκεις να σου πω»;
«Θα σε αφήκω», του αποκρίθηκα.
Εσάρτισε ωσά γκατσίκι από το αόρατο κοπάδι του Κλεφτοκοτάρνα,  αφριές εβγαίνανε από τα ρουθούνια του, τον έπιασε το γλυκύ του, λογάτε και μου είπε: «Έρκουνται οι εκλογές, τι θα ψηφίσεις;»
Εκούνησα το κεφάλι μου, έξυσα και το καρούμπαλο οπού είχε πεταχτεί από την γκουντριά και είπα:«Σκεφτόμουνα να ψηφίσω εκειόνε με τα ανοιχτά μπουγιανάρια, αλλά ύστερις το μετάνιωσα και είπα να ψηφίσω τον άλλονε με τσι σβιλάδες, αλλά σήμερις το αποφάσισα: δε θα ψηφίσω κανένα τσου».
«Μπράβο σου, Μεμά», αποκρίθηκε το τέρας κι εγώ πήρα απάνου μου.  «Και τι θα κάμεις ωρέ, κερατά;», έσκουξε αναψοκοκκινισμένο το τέρας κι εγώ εξαναχέστηκα από το φόβο μου.
«Τι να κάμω», έτσαξα.
«Θα κατεβείς εσύ, τσι εκλογές»!
«Τι»; , μου εξέφυγε. «Εγώ, που δεν έχω μιλήσει ποτέ μου με άθρωπο και δεν έχω και σανό να δώσω ούτε φαϊ να μεράζω ούτε και να  χαρίζω διάφορα πράματα; Ωρέ, άρκοντές μου, εκείνη η κουντριά ήτανε  χάδι, έλαβα τώρα, μια άλλη κουντριά μέσα στο μυαλό μου, επήα να κουρλαθώ. Αφού με εκαταλάβανε και οι γίδες μου κι ήρτανε κοντά μου και με εγλείφανε. Εκειός τσι εχάιδευε κι εκειές, Άη Γεράσιμέ μου, εχαμογελούσανε,πρώτη φορά».
«Εφκειό που άκουσες ωρέ, μη σε πω, όπως εσύ θέλεις και ξέρεις πως είσαι. Θα κατεβείς και δε θα βγεις, αλλά θα κάνεις σα να έχεις βγεί και οι άλλοι θα το πιστέψουνε ότι θα βγεις, αλλά δε θα σε ψηφίσουνε. Θα φηφίσουνε άλλους με τη στάμπα και τσους τεμενάδες».
«Και  τότενες, αφεντικό, γιατί να βγω; Χωρίς σανό και άλλα διάφορα;  Δε σε κατάλαβα, αλλά δε με γνοιάζει. Ρεζίλι θα γένω. Θα με κάμεις να ανεβώ  απά στη βάρκα μου, να ανοιχτώ στο πέλαο και δεν ξέρω κι εγώ πού θα θα πάω. Τσου πέντε ανέμους. Ίφου. Κι άμα δε με πνίξει κανένας ανεμορούφουλας, θα εγυρίσω οπίσω το χρόνο, θα ξαναπάω στην Αμερική και θα ματαξανάρτω με δολάρια, να μοιράσω στον κόσμο. Και τότενες, θα κατεβώ  τσι εκλογές. Και θα βγω. Δήμαρχος θα γενώ. Θα φκιάσω τη Νέα Κεφαλονιά. Αλλά μπριχού γενεί ευκειό, θα φκιάσω τη νέα Σάμη. Με τσου πύργου τση και τα αρκαία τση. Και το Ρακόσπιτο θα το φκιάσω πάλε λουτρά. Με ρωμαϊκές στολές. Όποιος θάρκεται θα βγάνει τη λέρα του κι αμά θα ντύνεται Ρωμαίος, θα πασαλείβεται με αρώματα τση Ανατολής. Οδαλίσκες θα χορεύουνε απά τσι φλόγες και αοιδοί με αυλούς θα τραγουδάνε τα πάθη εκειού του Σαμικού που επόρθησε την Τροία».
Κι εκεί που εμίλια και το κεφάλι μου εκοίταε πέρα στα βουνά, ετρύπαε τα βουνά κι έσκιζε τσου ορίζοντες, απά στο καρούμπαλό μου έπεσε μια κοτσιλιά ενός κότσυφα, οπού επέτουνε κακαρίζοντας.
Το τέρας, εσάρτισε, όχι τώρα επειδή είχε μπει μέσα του ο διάουλος, αλλά από  το θέαμα τση θεσπέσιας κοτσιλιάς. « Μπράβο μάγκα μου, έτσι σε θέλω, κουρλό κι αλαφροίσκιωτο, φαφλατά και ουτοπία. Με όραμα. Με ιστορία. Πλάσε ιστορίες, κάνε τσου ρεντίκολο και αμά πήαινε όπου θέλεις. Αυτά, το λοιπό και αμαρτίαν ουκ έχω και θα ματαξανάρτω να δω τι έκαμες». Είπε το τέρας κι με ένα σούρσιμο εξαφανίστηκε, ακριβώς όπως ήρτε.
Επήρα τσι γίδες μου και εκατηφόρισα. Διάουλε, εμπήκα σε σκέψες. Τι να κάμω δεν ξέρω. Κατηφορίζοντας στο μονοπάτι, εξανακούντρισα απά στο πατερό και το αποφάσισα. Θα βγω τσι εκλογές. Τόμου θα πάω στο κονάκι μου, θα βγάλω και όνομα, θα βγάλω και άλλες ρετσέτες. Ομπρός, λοιπό, θα κατεβώ, τσι εκλογές με ζήλο και με φούρια και θα βάλω τα δυνατά μου για να μην έβγω. Για να ευχαριστήσω και το τέρας. Οι γίδες μου, η Σιόρα Κάτε και η Σιόρα Βιτώρια έβλεπα, τώρα, μου χαμογελούσαν, με σημασία.  Θα τσι εβύζαινα σε λίγο. Μια σκέψη χαράχτηκε στο εκλογικό μου μυαλό. Σανό οι άλλοι; Γάλα εγώ. Εφώναξα και τα βουνά το πήρανε κι οι κάμποι αχολογήσανε.
«ΣΑΝΟΟΟΟΟ, οι άλλοι; ΓΑΑΑΑΛΑΑΑΑ, εγώ!»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου